Παρασκευή, 15 Φεβρουαρίου 2013

11ο Ενημερωτικό Σημείωμα



Ζάκυνθος, 15/02/2013
110 Ενημερωτικό Σημείωμα

Θέμα: Αξιολόγηση
Το σχέδιο του Προεδρικού Διατάγματος για την αξιολόγηση έχει απασχολήσει το τελευταίο διάστημα όχι μόνο τον εκπαιδευτικό κόσμο αλλά και την κοινή γνώμη στο σύνολό της. Το θέμα έχει αναζωπυρώσει τον κοινωνικό αυτοματισμό που στις μέρες μας  η επικοινωνιακή πολιτική  των κυβερνώντων χρησιμοποιεί   κατά κόρον προκειμένου να στρέψει την μία επαγγελματική κατηγορία εναντίον της άλλης. Πολλοί, λοιπόν, επιχαίρουν για την επικείμενη αξιολόγηση  θεωρώντας ότι έφτασε η ώρα να αξιολογηθούν οι εκπαιδευτικοί και οι “ακατάλληλοι” να πάνε σπίτι τους, αγνοώντας το γεγονός ότι οι εκπαιδευτικοί δεν είναι ενάντια στη βελτίωση του έργου τους και στην αναβάθμιση της ποιότητας και του περιεχομένου της παρεχόμενης γνώσης. Είναι ενάντια στη στοχευμένη αξιολόγηση που θεσμοθετείται με το Π.Δ και αποσκοπεί στη μείωση του εκπαιδευτικού δυναμικού των σχολείων και των δαπανών για την Παιδεία.
 

Οι  συντάκτες του σχεδίου ισχυρίζονται ότι στοχεύουν στην αναβάθμιση της Δημόσιας εκπαίδευσης  αποσιωπώντας το γεγονός ότι οι πολιτικές επιλογές του παρελθόντος αλλά  ιδιαίτερα  αυτές του παρόντος έχουν απογυμνώσει την εκπαίδευση από το ουσιαστικό της περιεχόμενο.

Υποστηρίζουν ότι η αξιολόγηση θα αποτελέσει το εργαλείο για τη διασφάλιση της λειτουργίας του σχολείου. Στο άρθρο 2, μάλιστα, του διατάγματος αναφέρεται ότι σκοπός της αξιολόγησης είναι “η βελτίωση της ποιότητας του εκπαιδευτικού έργου”. Προφανώς η ποιότητα, σύμφωνα με τους συντάκτες του σχεδίου, δεν επηρεάζεται από τις μηδενικές δαπάνες για την παιδεία, από τα κενά των σχολείων, από τις συγχωνεύσεις, από την ελλιπή επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, από την απουσία  κτιριακής υποδομής.
Τα  κριτήρια της αξιολόγησης αναπτύσσονται στο άρθρο 4 του σχεδίου  στα οποία μεταξύ άλλων περιλαμβάνονται πέρα από την παιδαγωγική κατάρτιση, οι διαπροσωπικές σχέσεις και προσδοκίες, ο βαθμός πρόσληψης των δυνατοτήτων και αναγκών των μαθητών, η διδακτική ικανότητα. Το εύλογο ερώτημα που προκύπτει είναι αν τα κριτήρια αυτά είναι μετρήσιμα. Πώς μπορεί κανείς να αποτιμήσει τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της παιδαγωγικής διαδικασίας με μια μέτρηση  αντικειμενική; Μετριέται το κλίμα της σχολικής τάξης, η αλληλεπίδραση στις σχέσεις  δασκάλου και μαθητή και η δυναμική  της ομάδας όπως τη βρίσκουμε σε μια σχολική αίθουσα;


Στα παραπάνω αυθαίρετα και αόριστα κριτήρια που παρουσιάζονται ως αξιολόγηση έρχεται το άρθρο 5 του διατάγματος  για να επιβεβαιώσει αυτό που αποτελεί προτεραιότητα του: Τη βαθμολόγηση.  Η βαθμολόγηση και η κατηγοριοποίηση των εκπαιδευτικών και των σχολείων είναι ο απώτερος σκοπός των εμπνευστών του σχεδίου του προεδρικού διατάγματος. Η κλίμακα βαθμολόγησης περιλαμβάνει χαρακτηρισμούς όπως: «ελλιπής», «επαρκής», «πολύς καλός», «εξαιρετικός» και συνδέει την “ αξιολόγηση” με τον νόμο  του ενιαίου μισθολογίου-βαθμολογίου Ν. 4024/2011. Εκεί είναι πια εμφανής οι σκοποί του όλου εγχειρήματος. Σύμφωνα με το νόμο στον επόμενο βαθμό δε θα προάγονται όλοι όσοι έχουν περάσει με επιτυχία τη δοκιμασία της αξιολόγησης, αλλά ένα ποσοστό τους! Η στόχευση είναι συγκεκριμένη αφού όπως αναφέρεται στο άρθρο 95 του παραπάνω νόμου “Υπάλληλος, ο οποίος εγγράφεται σε δύο διαδοχικούς πίνακες μη προακτέων στον ίδιο βαθμό, παραπέμπεται μέσα σε δύο (2) μήνες από την κύρωση του οικείου πίνακα υποχρεωτικώς προς κρίση στο υπηρεσιακό συμβούλιο, το οποίο, με αιτιολογημένη απόφαση του και μετά από προηγούμενη κλήση αυτού για να παράσχει εγγράφως ή προφορικώς τις αναγκαίες διευκρινίσεις, μπορεί να τον απολύσει ή να τον υποβιβάσει κατά έναν βαθμό. Κατά της απόφασης αυτής επιτρέπεται να υποβληθεί ένσταση στο Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο”
Το προτεινόμενο σύστημα αξιολόγησης όχι μόνο καθηλώνει τους εκπαιδευτικούς μισθολογικά, αλλά αποτελεί το όχημα για επικείμενες απολύσεις. Μετατρέπει το σχολείο σε ένα χώρο όπου ο ανταγωνισμός μεταξύ των εκπαιδευτικών θα είναι καθημερινό φαινόμενο. Διαλύει το σχολικό κλίμα και εκχυδαΐζει το ρόλο του εκπαιδευτικού δημιουργώντας σχέσεις υποταγής  προς την  εκάστοτε ιεραρχία.
Οι υπέρμαχοι του σχεδίου προεδρικού διατάγματος διατείνονται ότι θα φέρει στο χώρο της εκπαίδευσης την αντικειμενικότητα, τη διαφάνεια και την αξιοκρατία, ενώ καθιστά τον εκπαιδευτικό έρμαιο της αυθαιρεσίας των αμέσως ανωτέρων του. Ο δάσκαλος μετατρέπεται  σε υπάλληλο φοβισμένο και με σκυμμένο το κεφάλι, σε ένα χειραγωγούμενο ον που θα έχει χάσει την αξιοπρέπεια του.
Το ΠΔ επιχειρεί να φορτώσει στις πλάτες των εκπαιδευτικών τα προβλήματα του δημόσιου σχολείου, προβλήματα που οι πολιτικές του νεοφιλευθερισμού έχουν σωρεύσει. Η κοινωνία, όμως παρά την καταιγιστική προπαγάνδα που δέχεται από τους κυβερνώντες και τα φερέφωνά τους στα ΜΜΕ, γνωρίζει ότι το δημόσιο σχολείο, αν έχει “ψυχή”,  το οφείλει στους δασκάλους  του και την ανεκτίμητη προσφορά τους.

Απορρίπτουμε συνολικά το Π.Δ
για την αξιολόγηση!

Δε συμμετέχουμε σε οποιαδήποτε διαδικασία
που σχετίζεται με την εφαρμογή του!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου